top of page

Art Presentation and Critics



The genealogy of a renewal

When form appears re-born through painting, then something good has already happened in the content of art. And whenever a face which is depicted looks the sun straight in the eye without perplexity or fear of being burnt, then the whole of painting moves towards the light, to sweep along with it into optimism the overshadowed aspect of life; and to accommodate in two dimensions what normally the mind of man cannot contain, elevating the small into the great, the insignificant into the substantial, making dreams realities.

Maria Papaphili was taught, as was natural, the tried and tested ways of 'good painting behaviour', but she did not allow her art to be dragged down into that premature wasting away to which an insistence on conventionality and nestling in a recognisable, long-inhabited and, consequently, exhausted space deterministically lead. Her figures were originally projected as parts put forward from a story which was evolving within, where no one could exist without the support of another, a helper or comrade, often an overlord and oppressor, whether this figure was a living personality in the house, or simply portrayed sometimes within a frame, sometimes in a mirror, like an image, that is, within the image, on the model of Renaissance painting. But they were not to remain there long ...

The outside world waited patiently, providing more light, livelier colours and stronger emotions, and provoked art into a contest with a pulsating reality. One by one, Papaphili's figures peeped out at the window, on the balcony, and go on from there into the yard, and then into the street. They dared to go out, for their first walk – nearby, it goes without saying, and always under surveillance, but this time the supervision was becoming more lax, the individuals grew accustomed to autonomy, were progressively weaned away from the stifling control of the enclosed and conservative landscape of painting. And instead of maturing and wasting away, exposed to generous repetition and mannerist degeneration, they were revitalised, became ever younger, and ended up as little children. The painter turned towards the cool age of life, to wash out her brush in the pure spring-waters.

And the springs are – what else? – children. These made their appearance discreetly at first, like complementary features of abstraction, and then unabashedly and en masse, to predominate completely the length and breadth of the picture, one in each picture, declaring that they undertake the responsibility for the narration. But they also undertake the exclusivity of the representation of our world, since sometimes they control the canvas in an absolute manner, with a tendency to displace whatever can have a destructuring function, and at others are surrounded only by objects and emblems of a notional reality. And the beholder is called upon to treat these figures not as mere representations of vitality, of an innocent smile or a disarming grimace, but as aggressive, more resilient cells in the organism of art, beings and symbols of a new future, albeit a depiction, undoubtedly more hopeful. It is precisely the point at which a weighty artistic statement is made: that the time has come for innocence to be grafted on to painting. Now, the painter builds story-cities, magical cities of play, under the exclusive supervision of children, flooded with multi-coloured patterns and luminous messages. Even the sun is a cult object, in the same functional category, moreover, as a bird, a pomegranate, a toy car ... the whole painting of the landscape pulsates and unfolds with the freedom of an indomitable white magic, with a tendency to break through the framework of the canvas, as if to include every beholder in a redemptive reality, in a dream microcosm, where there is no room for nightmares, so that human existence can take refuge there whenever it feels that it is being stifled by doubts. And for this journey there is a path which you can take, confidently following the brush-strokes which Papaphili leaves behind.

None of this could be true without a convincing environment, presented with plastic competence and well-organised expertise. The painter uses the language of realism, in a way which diverts the details of the basic portrait-painting into entertaining, emphatic accentuations, lending weight – particularly in her more recent works – to the centre of the composition, the core. From that point on, she eliminates peripherally the austerity of the style, condensing into a countervalence the complementary features of the picture, those necessary for the structure of the composition and the completion of the story. Thus the reading becomes a game, with mechanisms for relaxation as it approaches its end. Papaphili also proves her ability to disrupt the perspective and to illuminate the mise-en-scθne with lively alternations of colour, keeping in exceptionally high tones her achievement both in terms of subject-matter and of spectacle.

I feel confidence in the future of art when young artists create following where their youth leads, or older ones are seen to be constantly renewed, newly emerged each time into our world, which in their eyes (as it should be in ours) is inexhaustible in its new images and meanings. The painter Maria Papaphili has had the daring to leave behind the grey – for other artists, secure – shadows of academicism and to move on to blinding lights and colours filled with hope.

Antonis Bouloutzas

Antonis Bouloutzas is a writer. He has been the publisher of the Greek art magazines Eikastika and ARTI International.





Η Γενεαλογία μιας Ανανέωσης


Όταν η μορφή εμφανίζεται αναγεννημένη μέσα από τη ζωγραφική, τότε κάτι καλό έχει ήδη συμβεί στο περιεχόμενο της τέχνης. Και όποτε ένα πρόσωπο απεικονιζόμενο βλέπει κατάματα τον ήλιο δίχως αμηχανία ή φόβο μην καεί, τότε και η ζωγραφική ολόκληρη κινείται προς το φως, για να συμπαρασύρει στην αισιοδοξία τη σκιασμένη όψη της ζωής. Και να χωρέσει, στις δύο διαστάσεις της όσα συνήθως δεν χωρεί η διάνοια του ανθρώπου, αναβαθμίζοντας τα μικρά σε μεγάλα, τα ασήμαντα σε σπουδαία, κάνοντας τα όνειρα πραγματικότητες.

Η Μαρία Παπαφίλη διδάχτηκε, καθώς ήταν φυσικό, τους δοκιμασμένους τρόπους «καλής ζωγραφικής συμπεριφοράς», όμως δεν άφησε την τέχνη της να παρασυρθεί στον πρόωρο μαρασμό, προς τον οποίο νομοτελειακά οδηγούν η εμμονή στη συμβατικότητα και το βόλεμα σε έναν αναγνωρίσιμο, παλαιοκατοικημένο και κατά συνέπειαν εξαντλημένο χώρο. Οι φιγούρες της είχαν προβληθεί αρχικά ως προτασσόμενα μέρη μιας ιστορίας που εξελισσόταν στο εσωτερικό, όπου κανείς δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει χωρίς τη στήριξη κάποιου άλλου, παραστάτη ή συμπαραστάτη, συχνά δεσπότη και καταπιεστή, είτε αυτός ήταν μια φυσιογνωμία ζώσα του σπιτιού, είτε απλά εικονιζόμενος πότε σε κάδρο, πότε σε καθρέφτη, δηλαδή σαν εικόνα μέσα στην εικόνα, κατά το πρότυπο της αναγεννησιακής ζωγραφικής. Όμως, δεν έμελλε να μείνουν για πολύ εκεί...

Ο έξω κόσμος περίμενε καρτερικά, προσφέροντας περισσότερο φως, ζωηρότερα χρώματα και πιο δυνατές συγκινήσεις, προκαλούσε την τέχνη σε αναμέτρηση με τη σφύζουσα πραγματικότητα. Μία μία οι φιγούρες της Παπαφίλη ξεμύτιζαν στο παράθυρο, στον εξώστη, για να περάσουν από εκεί στον αυλόγυρο και ύστερα στον δρόμο. Τολμούσαν δηλαδή την έξοδο, τον πρώτο τους περίπατο, εννοείται κοντινό και πάντα επιτηρούμενες, τούτη τη φορά όμως η εποπτεία γινόταν πιο ελαστική, τα πρόσωπα εθίζονταν στην αυτονομία, αποκόβονταν προοδευτικά από τον ασφυκτικό έλεγχο του περίκλειστου και συντηρητικού ζωγραφικού τοπίου. Και αντί να ωριμάζουν και να μαραζώνουν, εκτεθειμένα στη βολική επανάληψη και τη μανιεριστική φθορά, αναζωογονούνταν, γίνονταν όλο και νεαρότερα, κατέληγαν μικρά παιδιά. Η ζωγράφος στρεφόταν προς τη δροσερή ηλικία της ζωής για να ξεπλύνει τον χρωστήρα της στα πεντακάθαρα νερά πηγών.

Και οι πηγές είναι -τι άλλο;- τα παιδιά. Που έκαναν την εμφάνιση τους πρώτα διακριτικά, ως παραπληρωματικά στοιχεία της αφήγησης, κι έπειτα απροσχημάτιστα και μαζικά, για να κυριαρχήσουν εντελώς στο μήκος και το πλάτος της εικόνας, ένα σε κάθε πίνακα, δηλώνοντας ότι αναλαμβάνουν την ευθύνη της αφήγησης. Αλλά και την αποκλειστικότητα της εκπροσώπησης του κόσμου μας, αφού άλλες φορές ελέγχουν με απόλυτο τρόπο τον καμβά, τείνοντας να εκτοπίσουν οτιδήποτε μπορεί να λειτουργήσει αποδομητικά, και άλλες φορές περιβάλλονται μονάχα από αντικείμενα και εμβλήματα μιας ιδεατής πραγματικότητας. Και ο θεατής καλείται να αντιμετωπίσει τούτα τα πρόσωπα, όχι σαν απλές αποτυπώσεις ζωντάνιας, άδολου χαμόγελου ή αφοπλιστικής γκριμάτσας, αλλά, σαν επιθετικά, ανθεκτικότερα στον οργανισμό της τέχνης, κύτταρα, υπάρξεις και σύμβολα ενός καινούργιου, έστω εικονογραφημένου, μέλλοντος, ασφαλώς πιο ελπιδοφόρου. Είναι ακριβώς το σημείο μιας βαρύνουσας καλλιτεχνικής δήλωσης: πως ήρθε ο καιρός να μπολιαστεί η ζωγραφική με αθωότητα.

Ήδη, η ζωγράφος χτίζει παραμυθουπόλεις, μαγικούς παιχνιδότοπους, υπό την αποκλειστική εποπτεία των παιδιών, πλημμυρισμένους από πολύχρωμα σχήματα, και φωτεινά μηνύματα. Ακόμα και ο ήλιος είναι λατρευτικό αντικείμενο, στην Ίδια χρηστική κατηγορία μάλιστα με ένα πουλί, ένα ρόδι, ένα αυτοκινητάκι... η τοπιογραφία ολόκληρη πάλλεται και ξεδιπλώνεται με την ελευθερία μιας ακατανίκητης λευκής μαγείας, τείνοντας να διασπάσει και το πλαίσιο του καμβά, σαν για να συμπεριλάβει κάθε παρατηρητή σε μια πραγματικότητα λυτρωτική, σε έναν ονειρικό μικρόκοσμο, όπου δεν έχουν χώρο οι εφιάλτες, άρα μπορεί να καταφεύγει εκεί η ανθρώπινη ύπαρξη όποτε νιώθει ότι πνίγεται από αμφιβολίες. Και για το ταξίδι αυτό υπάρχει μονοπάτι που μπορείς να το διαβείς, ακολουθώντας με ασφάλεια τις πινελιές που αφήνει πίσω της η Παπαφίλη.

Όλα τούτα δεν θα μπορούσαν να είναι αληθινά, χωρίς ένα περιβάλλον πειστικό, παρουσιασμένο με πλαστική αρτιότητα και καλά οργανωμένη επιτήδευση. Η ζωγράφος χρησιμοποιεί τη γλώσσα του ρεαλισμού, με τρόπο ο οποίος εκτρέπει τις λεπτομέρειες της βασικής προσωπογραφίας σε διασκεδαστικούς εμφατικούς τονισμούς, δίνοντας έμφάση -ιδιαίτερα στα πιο πρόσφατα έργα της- στο κέντρο της σύνθεσης, στον "πυρήνα, Από εκεί και πέρα, αναιρεί περιφερειακά την αυστηρότητα της γραφής, πυκνώνοντας σε αντίβαρο τα συμπληρωματικά στοιχεία του πίνακα, τα απαραίτητα για τη δομή της σύνδεσης και την ολοκλήρωση της ιστορίας. Έτσι, η ανάγνωση γίνεται ένα παιχνίδι, με μηχανισμούς χαλάρωσης όσο πλησιάζει προς το τέλος του. Η Παπαφίλη αποδεικνύει επίσης την ικανότητα της να ανατρέπει την προοπτική και να φωτίζει με ζωηρές χρωματικές εναλλαγές το σκηνικό, κρατώντας σε εξαιρετικά υψηλούς τόνους τόσο το θεματικό, όσο και το θεαματικό της επίτευγμα.

Αισθάνομαι ασφάλεια για το μέλλον της Τέχνης, όταν οι νέοι καλλιτέχνες δημιουργούν ακολουθώντας τη νεότητά τους, ή όταν οι παλαιότεροι εμφανίζονται διαρκώς ανανεωμένοι, κάθε φορά πρωτόβγαλτοι στον κόσμο μας, ο οποίος στα μάτια τους (θα έπρεπε και στα δικά μας) είναι ανεξάντλητος σε καινούργιες εικόνες και έννοιες. Η ζωγράφος Μαρία Παπαφίλη είχε την τόλμη να αφήσει πίσω της τις γκρίζες, για αρκετούς άλλους καλλιτέχνες ασφαλείς, σκιές του ακαδημαϊσμού και να περάσει στα εκτυφλωτικά φώτα και στα ελπιδοφόρα χρώματα.

Αντώνης Μπουλούτζας

Ο Αντώνης Μπουλούτζας είναι συγγραφέας. Υπήρξε εκδότης των περιοδικών «Εικαστικά» και «ARTI International».  




Children's faces and forms, mixed and embedded in situations that remind magical worlds, flooded by colorful symbols and bright shapes. Attitudes indicating a carefree and joyful mood, in a space of seemingly unrelated information. Forms well designed, with an emphasis on color values, which are presented not with the kind modernist ambition to reveal the specific morphological structures, but simply aiming to exist in their own dream world.


Maria Papafili builds with her painting such a world, and offers him generously to the protagonists of her compositions, revealing, quoting and redefining them in a skillful and creative play, as a last effort to harness their role in the modern social and natural environment . The precise forms are disclosed initially to the viewer as narrative juxtapositions of an astonished observer. In the process, however, they present themselves as paradoxical artistic compositions, giving them even in a surreal aspect. Finally they fulfill their mission, depositing their special conceptual and ideological content to anyone who urgently will seek their world.


Being mainly anthropocentric, the artist creates with the presence of a model, the choice of which obeys specific rules and is aimed at emotional-psychographic approach of itself and its surroundings. The expressionistic use of color, the lessons of the impressionist movement, but also the influence by the stream of neorealism have a catalytic effect on her work and shape art values ​​built on solid foundations. The artist works with oil and acrylic colors, often working first with a draft, and she completes the effort by using brush. Similarly, the dynamic deposition of cold and warm colors, works confrontationally, without compromising the necessary balance of the composition. The textures, peaceful, without major outbreaks, assist and lend a special calm and harmony to all.

Maria Papafili began her artistic career in painting dynamically, and imposed her presence in the field of painting, having as supplies a rich world that she knows how to express, with a significant technical knowledge, strong will, discipline and hard work. Having teachers in the Athens School of Fine arts, Mr. Moralis and Mr. Mytaras, I am convinced that a teacher of their size would not ask for more guarantees to support the belief in the future of their student. Similarly, the ability of the artist to produce with her images, what Max Ernst called to explain the particular display mode “an approach to truth, comparable to a mild earthquake that gently moves the furniture of the world, without changing the true essence of things”, gives a special importance to the work.

John Papafigos,

Art critic member of AICA 




Παιδικά πρόσωπα και μορφές, αναμεμειγμένες και ενσωματωμένες σε καταστάσεις που θυμίζουν μαγικούς κόσμους, πλημμυρισμένους από πολύχρωμα σύμβολα και φωτεινά σχήματα. Στάσεις που δηλώνουν μια ανέμελη και χαρούμενη διάθεση σ΄ένα χώρο φαινομενικά ασύνδετων πληροφοριών. Φόρμες σωστά μελετημένες με έμφαση στις χρωματικές αξίες, οι οποίες απεικονίζονται όχι με την ευγενική μοντερνιστική φιλοδοξία να φανερώσουν τις ιδιαίτερες μορφικές τους δομές, αλλά με απώτερο στόχο απλά να υπάρξουν στο δικό τους ονειρικό κόσμο.

Ένα τέτοιο κόσμο χτίζει με τη ζωγραφική της η Μαρία Παπαφίλη και αυτόν προσφέρει απλόχερα στους πρωταγωνιστές των συνθέσεων της, αποκαλύπτοντας, παραθέτοντας και επαναπροσδιορίζοντάς τους σε μια έντεχνη και δημιουργική αναπαραγωγή, σαν μια ύστατη προσπάθεια αξιοποίησης του ρόλου τους, μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον. Οι συγκεκριμένες μορφές αποκαλύπτονται αρχικά στο θεατή σαν αφηγηματικές παραθέσεις ενός έκθαμβου παρατηρητή. Στη πορεία παρουσιάζονται όμως ως παράδοξες εικαστικές συνθέσεις, προσδίδοντας μάλιστα σε αυτές μια υφέρπουσα σουρεαλιστική χροιά. Τελικά εκπληρώνουν την αποστολή τους, καταθέτοντας το ιδιαίτερο νοηματικό και ιδεολογικό τους περιεχόμενο σε όποιον επιτακτικά αναζητήσει τον κόσμο τους.

Ούσα κυρίως ανθρωποκεντρική η καλλιτέχνιδα φιλοτεχνεί με τη παρουσία μοντέλου, η επιλογή του οποίου υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες και αποσκοπεί στη συναισθηματική- ψυχογραφική προσέγγιση του ιδίου αλλά και του περιβάλλοντος χώρου. Η εξπρεσιονιστική χρήση του χρώματος, τα διδάγματα του ιμπρεσιονιστικού κινήματος, αλλά και οι επιρροές από το ρεύμα του νεορεαλισμού επιδρούν καταλυτικά στο έργο της και διαμορφώνουν ζωγραφικές αξίες δομημένες σε στέρεες βάσεις. Δουλεύει τα λάδια αλλά και τα ακρυλικά, συχνά με προσχέδιο, ενώ με τη βοήθεια πινέλου ολοκληρώνει τη προσπάθεια. Παράλληλα η δυναμική εναπόθεση ψυχρών αλλά και θερμών χρωμάτων, λειτουργεί αντιπαραθετικά, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την αναγκαία ισορροπία της σύνθεσης. Οι ματιέρες ήρεμες, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, υποβοηθούν και προσδίδουν μια ιδιαίτερη ηρεμία και αρμονία στο σύνολο.

Η Μαρία Παπαφίλη ξεκίνησε την πορεία της δυναμικά και επέβαλε την παρουσία της στο χώρο της ζωγραφικής, έχοντας σαν εφόδια ένα πλούσιο κόσμο που ξέρει να τον εκφράζει με μια αξιόλογη τεχνική γνώση, ισχυρή βούληση, πειθαρχία και εργατικότητα. Έχοντας δασκάλους στη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας τον Μόραλη και τον Μυταρά, είμαι πεπεισμένος ότι ένας δάσκαλος του μεγέθους τους, δε θα ζητούσε περισσότερα εχέγγυα για να στηρίξει τη πίστη του στο μέλλον του μαθητή του. Παράλληλα η δυνατότητα της ζωγράφου να προκαλεί με τις εικόνες της αυτό που ο Max Ernst αποκάλεσε για να εξηγήσει τον ιδιαίτερο τρόπο απεικόνισης << μια προσέγγιση της αλήθειας, συγκρίσιμη με έναν ελαφρύ σεισμό που απαλά μετακινεί την επίπλωση του κόσμου, χωρίς να μεταβάλλει την αληθινή ουσία των πραγμάτων>>, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο της.


Γιάννης Κ. Παπαφίγκος

Κριτικός τέχνης-  μέλος της A.I.C.A






In the enchantment of the look

Captivating are, in fact, the portraits painted by the charismatic artist Maria Papafili, with inspiration,
passion and great mastery. Portraits - “creations” as dictated by her own psyche - and therefore
impermeable in any standardization - radiate the ballast of her personality; and this, with charismatic
trigger the temperament of each model, and not, simply, its morphology.
Inspirational and dynamic transmitter and receiver of the stimuli to which Papafili’s psyche fully
responds is the expressive look of the depicted figures that, literally, magnetizes ours as well.
A charismatic starting point here is the eyes of every figure; eyes that reflect not only the external
stimulus but also the inherent, testimonies and inherent experiences; eyes that, in any case, employ
not only the vision but the entire psyche of the viewer that is activated as much as possible in a direct
communication with them.
Eyes reflecting as many experiences as possible; eyes that have encountered many situations
without surrendering to the blows of fate; eyes that in no way let you overtake them indifferently; eyes
which penetrate within you to convey to you: a meaningful and metaphysical, as far as he aura is
concerned, message.
Eyes - testimonies for many previous cycles of live used with ballast. Eyes that are orchestrated
according to an endless vision by the painters’ highly gifted palette of the inventively selected colors
that add to their inexhaustible charm.
Eyes - <mirrors> of the soul in which they have been deciphered with unique virtues, essentially
experiences and attitudes of a lifetime Eyes that accompany you for a long time after you stop having
them in front of you; eyes that experience every moment up to the bumps to communicate effectively
with even the less familiar viewer of the art; eyes that transmit to your soul and body an authentic
“spirit” originating not only from the earth but from their metaphysical existence; eyes that refer to
and express as much as possible - the mysterious 3rd eye, directly or indirectly subdued by ancient
cultures and their respective fiction.
Eyes over time that prove to the fullest extent the superstition that: the world for each one of us is his
eye. And, precisely because the eye in Papafili’s paintings transcends concepts: beauty, light, world,
universe, life.
Concepts that do not imply them simply - optically - Papafili but which, on the contrary, transplant
deep inside us, both psychologically and spiritually. A tough task beyond her potential talent verifies her
rich inner world, especially: her “metaphysical” textural sensitivity; sensibility, thanks to which it succeeds,
besides a particularly important artist, to act as a gifted meddling between the tangible nature
and in the “magnetic” aura of cosmogony. And this, precisely, the Idea of cosmogony is what relays
us above all through her timeless portraits; portraits that have received as much as visually possible
something essential from the cosmogony radiation to transfer us charismatically a timeless, existential

Dora Iliopoulou-Rogan
Dr. Historian of Art – Art Critic
Officier des Arts et des Lettres (France)



The Face Cosmography

Maria Papafili, in this particular unity of her works, crafted with mixed materials, seeks and traces,
deepens and selects, memories and realities, sensations and impressions coming from a multitude
of women. With her sensitive look, the painter identifies and highlights the glow, pride and glory they
emit, a series of women and mothers who hold in their arms or have children around them. Women
and children, through a blissful atmosphere, bring to mind the senses of Spring, with allegorical foliage
and flowers, which have thirsty sprouting over the thousand and one nights of fairy tales and a fluid
and indelible magic.

In these sensual paintings, disarming the viewer with their immediacy and honesty, a creepy
lyricism, impregnable by a latent eroticism, appears positively. From the depth to the surface are
evealed aspects and forms that give substance to seasons and mental moods, vibrations and rhythms,
coming from the female power and warmth, from the attraction and the exotism of the approachable
and at the same time the distant. Everyday life in these works meets myth and imagination the reality,
in its varied versions and dimensions.
With particular affection and tenderness, Maria Papafilis, uses layers of colors that translate horrific,
unrelated stories that operate through poetic notes to her themes. Through their proper design and
color interactions, particularly interesting contrasting tones come to light. In addition, the terminology
complements the syntax of these works, which distinguish unexpected tensions and graduated flashes
or recesses that create charming paradoxes.
The structure in these works is denominated in a depth and surface dialogue, identifying one
coordinate of the other, with a density or anti-static dilution of the material. Moreover, the stratigraphy
of the material levels is so shaped that it transmits emotional moisture, desiring to quench our own
gaze, while sparking our surprise in the face of the unexpected.
The splendid and euphemistic forms of Maria Papafilis appear through their harmonic balances,
surprisingly disarmingly. And that lies in the ways in which our painter reveals the joy at the end of life,
managing with affection and sensuality, to impart to us the morals and, above all, the cultural wealth
transfused by these images, their universal human truths. The truths that shape a joyful and continually
refreshed cosmography, which encompasses the power and the pleasure of life.

Athena Schina
Historian of Art & Theory of Culture


Στη γητειά του βλέμματος

Σαγηνευτικά είναι, όντως, τα πορτραίτα που έχει με έμπνευση, πάθος και μεγάλη μαεστρία ζωγραφίσει,
η χαρισματική καλλιτέχνιδα Μαρία Παπαφίλη. Πορτραίτα – “δημιουργίες” καθώς υπαγορευμένα από
αυτόν καθαυτόν τον ψυχισμό της - και γι αυτό αδιάβροχα σε κάθε τυποποίηση - ακτινοβολούν το έρμα
της προσωπικότητας της. Και αυτό, με χαρισματικό έναυσμα την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε μοντέλου
και όχι, απλά, τη μορφολογία του.
Ευρηματικός όσο και δυναμικός πομπός και δέκτης των ερεθισμάτων στα οποία ανταποκρίνεται
πλήρως ο ψυχισμός της Παπαφίλη στέκει το κατ εξοχήν εκφραστικό βλέμμα των απεικονιζόμενων
μορφών που στην κυριολεξία, μαγνητίζει και το δικό μας. Χαρισματική αφετηρία αποτελούν, εδώ, τα
μάτια της κάθε μορφής. Μάτια στα οποία καθρεφτίζεται όχι μόνο το εκάστοτε εξωτερικό ερέθισμα αλλά και
οι ενδογενείς, μαρτυρίες και τα εγγενή βιώματά της. Μάτια που, στην κάθε περίπτωση, επιστρατεύουν
όχι μόνο την όραση αλλά ολόκληρο τον ψυχισμό του θεατή που ενεργοποιείται σε μιαν όσο γίνεται πιο
άμεση επικοινωνία μαζί τους.
Μάτια που εκφράζουν μύριες όσες εμπειρίες και βιώματα. Μάτια που έχουν βιώσει πολλές καταστάσεις
δίχως να καμφθούν από τα χτυπήματα της μοίρας. Μάτια που σε καμία περίπτωση δεν σε αφήνουν να
τα προσπεράσεις αδιάφορα .Μάτια που διεισδύουν μέσα σου για να σου μεταφέρουν: ένα ουσιαστικό
και μεταφυσικό σε πνοή μήνυμα.
Μάτια- μαρτυρίες για πολλούς παλαιότερους κύκλους ζωής, χρισμένους με έρμα. Μάτια που
ενορχηστρώνονται σε ένα αέναο όραμα μες από την ιδιαίτερα προικισμένη παλέτα της μες από τα
ευρηματικά επιλεγμένα χρώματα που ενισχύουν στο έπακρον την ανεξάντλητη γοητεία τους.
Μάτια - καθρέπτες της ψυχής στα οποία έχουν αποκρυπτογραφηθεί με μοναδική ενάργεια ουσιαστικά
βιώματα και εμπειρίες. Μάτια που σε συντροφεύουν για πολύ καιρό αφότου πάψεις να τα έχεις
μπροστά σου. Μάτια που βιώνουν την κάθε στιγμή μέχρι τα μύχια για να επικοινωνήσουν ουσιαστικά
ακόμη και με τον λιγότερο εξοικειωμένο με την τέχνη θεατή. Μάτια που σε κατακυριεύουν ψυχή τε και
σώματι για να σου μεταδώσουν ένα αυθεντικό “απόσταγμα” όχι μοναχά από τη γήινη αλλά και από
τη μεταφυσική υπόστασή τους. Μάτια που αναφέρονται και εκφράζουν όσο είναι δυνατό - εικαστικά -
το μυστηριώδες 3ο μάτι, άμεσα ή έμμεσα υποβεβλημένο μες από τους αρχαίους πολιτισμούς και τις
αντίστοιχες “μυθοπλασίες”.
Μάτια διαχρονικά που τεκμηριώνουν στο έπακρον το απόφθεγμα ότι: ο κόσμος για τον καθένα μας
είναι το “μάτι” του. Και, αυτό, ακριβώς, επειδή το μάτι υπερκαλύπτει μεταφορικά τις έννοιες: ομορφιά,
φως, κόσμος, σύμπαν, ζωή.
Έννοιες που δεν τις υπαινίσσεται απλά - οπτικά - η Παπαφίλη αλλά που, αντίθετα, τις “μεταμοσχεύει”
βαθιά μέσα μας, τόσο ψυχολογικά όσο και πνευματικά. Δύσκολο εγχείρημα που πέρα από το δυναμικό
της ταλέντο επαληθεύει τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο, κυρίως δε τη “μεταφυσική” σε υφή ευαισθησία
της. Ευαισθησία χάρη στην οποία κατορθώνει πέρα και από ιδιαίτερα σημαντική καλλιτέχνιδα να
λειτουργεί σαν προικισμένο “διάμεσον” ανάμεσα στην απτή φύση και στη “μαγνητική” αύρα της
κοσμογονίας. Και αυτήν, ακριβώς, την Ιδέα της κοσμογονίας είναι που μας αναμεταδίδει πάνω απ’ όλα
μες από τα διαχρονικά πορτραίτα της. Πορτραίτα που έχουν “εισπράξει “ όσο είναι εικαστικά δυνατό,
κάτι το ουσιαστικό, από την ακτινοβολία της κοσμογονίας. για να μας μεταγγίσουν χαρισματικά ένα
διαχρονικό, υπαρξιακό μήνυμα.

Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν
Δρ. Ιστορικός της Τέχνης – Τεχνοκριτικός
Officier des Arts et des Lettres


H Κοσμογραφία του Προσώπου

Η Μαρία Παπαφίλη, στην ιδιαίτερη αυτή ενότητα των έργων της, φιλοτεχνημένων με μεικτά υλικά,
αναζητεί κι ιχνηλατεί, εμβαθύνει κι επιλέγει, μνήμες και πραγματικότητες, αισθήσεις κι εντυπώσεις,
προερχόμενες από ένα πλήθος γυναικών. Με το ευαίσθητο βλέμμα της, η ζωγράφος εντοπίζει κι
αναδεικνύει την λάμψη, την υπερηφάνεια και το μεγαλείο που εκπέμπουν, μια σειρά από γυναίκες και
μητέρες, οι οποίες κρατούν στην αγκαλιά τους ή έχουν γύρω τους παιδιά. Γυναίκες και παιδιά, μέσα
από μια ευδαιμονική ατμόσφαιρα, φέρνουν στον νου αισθήσεις της Άνοιξης, με αλληγορικά φυλλώματα
και άνθη, που έχουν θαρρείς φυτρώσει κατά τις χίλιες και μια νύχτες των παραμυθιών και μιας ρευστής
και παράλληλα ανεξίτηλης μαγείας.

Στα αισθαντικά αυτά ζωγραφικά έργα, που αφοπλίζουν τον θεατή με την αμεσότητα και την ειλικρίνειά
τους, υποβλητικά εμφανίζεται ένας υφέρπων λυρισμός, διαποτισμένος από έναν λανθάνοντα ερωτισμό.
Από το βάθος προς την επιφάνεια αποκαλύπτονται όψεις και μορφές που δίνουν υπόσταση σε εποχές
και ψυχικές διαθέσεις, δονήσεις και ρυθμούς, προερχόμενους από την γυναικεία δύναμη και θαλπωρή,
από την έλξη και τον εξωτισμό του προσεγγίσιμου και ταυτοχρόνως του μακρινού. Η καθημερινότητα
στα έργα αυτά συναντά τον μύθο και η φαντασία την πραγματικότητα, στις ποικίλες εκδοχές και τις
διαστάσεις της.
Με ιδιαίτερη στοργή και τρυφερότητα, η Μαρία Παπαφίλη, χρησιμοποιεί στρώσεις χρωμάτων, που
μεταφράζουν θωπευτικά θαρρείς, άγραφες ιστορίες που λειτουργούν μέσα από ποιητικές νότες, στα
θέματά της. Μέσα από τις κατάλληλες μάλιστα σχεδιαστικές τους και χρωματικές αλληλεπενέργειες,
έρχονται στο προσκήνιο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες αντιθετικές τονικότητες. Η υφολογία άλλωστε
συμπληρώνει νοηματικά τους συνειρμούς αυτών των έργων, στα οποία διακρίνει κανείς απρόσμενες
εντάσεις και διαβαθμιζόμενες λάμψεις ή υφέσεις που δημιουργούν γοητευτικά παράδοξα.
Η δομή στα έργα αυτά, μετουσιώνεται σε έναν διάλογο βάθους κι επιφανείας, προσδιορίζοντας η
μια συντεταγμένη την άλλη, με πυκνότητα ή αντιστικτική αραίωση του υλικού. Η στρωματογραφία
άλλωστε των επιπέδων του υλικού είναι έτσι διαμορφωμένη, ώστε να μεταδίδει συγκινησιακή υγρασία,
επιθυμώντας θαρρείς να ξεδιψάσει το δικό μας βλέμμα, κεντρίζοντας παράλληλα την έκπληξή μας
μπροστά στο απροσδόκητο.
Οι ευφρόσυνες κι ευδαιμονικές μορφές της Μαρίας Παπαφίλη, εμφανίζονται μέσα από τις αρμονικές
τους ισορροπίες, αιφνιδιάζοντάς μας αφοπλιστικά. Κι αυτό έγκειται, στους τρόπους που η ζωγράφος
μας αποκαλύπτει την χαρά εντέλει της ζωής, κατορθώνοντας με στοργή κι αισθαντικότητα, να μας
μεταδώσει τα ήθη και κυρίως τον πολιτισμικό πλούτο που μεταγγίζουν αυτές οι εικονομορφές της,
τις πανανθρώπινές τους αλήθειες. Τις αλήθειες, που διαμορφώνουν μια χαρμόσυνη και συνεχώς
ανατροφοδοτούμενη κοσμογεωγραφία, η οποία εμπερικλείει την δύναμη και την ευφροσύνη της ζωής.

Αθηνά Σχινά
Ιστορικός Τέχνης & Θεωρίας του Πολιτισμού

Art Critic Collection Children, Toys, Dreams / Regards
bottom of page